Μετάφραση του "tren" σε Ελληνικά

Οι τρένο, αμαξοστοιχία, συρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά.

tren noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρένο

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

    Hilabete bat gamelu gainean, orain astebete behar da trenez.

    Ένα μήνα δρόμο με την καμήλα το τρένο τον κάνει σε μια βδομάδα.

  • αμαξοστοιχία

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

  • συρμός

    noun

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σιδηρόδρομος
    • σίδηρόδρομος
    • τραίνο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tren
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τρένο

    Trenbide dokumentuak, ziurtagiriak, gutunak... gorde ditut lan bakoitzeko.

    Έχω κρατήσει δρομολόγια τρένων, αποδείξεις, γράμματα από το κάθε πίνακα.

Εικόνες με "tren"

Φράσεις παρόμοιες με "tren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη