Μετάφραση του "tronpeta" σε Ελληνικά
Οι τρομπέτα, σάλπιγγα, Τρομπέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tronpeta" σε Ελληνικά.
tronpeta
-
τρομπέτα
noun feminineTronpeta beste dimentsio baterako pasaporte bat da.
Η τρομπέτα είναι το διαβατήριο για μια άλλη διάσταση.
-
σάλπιγγα
noun feminine -
Τρομπέτα
Tronpeta beste dimentsio baterako pasaporte bat da.
Η τρομπέτα είναι το διαβατήριο για μια άλλη διάσταση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tronpeta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "tronpeta"
Φράσεις παρόμοιες με "tronpeta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τρομπετίστας
-
εξαπατώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη