Μετάφραση του "ukendu" σε Ελληνικά

Οι αλοιφή, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ukendu" σε Ελληνικά.

ukendu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine

    Baina lehenengo, belar ukendu bat jarri behar dizut begietan.

    Πρώτα πρέπει να αλείψω τα μάτια σου με μια αλοιφή.

  • κρέμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ukendu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ukendu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη