Μετάφραση του "ur" σε Ελληνικά

Οι νερό, υδρóβιóς, ύδωρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ur" σε Ελληνικά.

ur Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • νερό

    noun neuter

    Κοινό υγρό (H2O) από το οποίο είναι φτιαγμένη τη βροχή, τα ποτάμια, τη θάλασσα, κλπ, και αποτελεί μεγάλο μέρος των ζωντανών οργανισμών.

    Vasiliev, ur beroarekin bi ontzi bete eta honera ekarri itzazu.

    Vassiliev, φερε μέσα δύο κουβάδες με ζεστό νερό.

  • υδρóβιóς

  • ύδωρ

    noun neuter

    Artemisiaren ontzia ur neutraletan ainguratuta dago.

    Το πλοίο της Αρτεμισίας αγκυροβόλησε σε ουδέτερα ύδατα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χυμός
    • πηγή νερού
    • υδάτινο σώμα
    • ὕδωρ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ur"

Φράσεις παρόμοιες με "ur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • υδρόμελι · υδρόμελο
  • φορτίο λυμάτων
  • Θαλάσσιο νερό
  • μονάδα (σταθμός) καθαρισμού των υδάτων
  • εναπομένουσα ποσότητα υδάτων
  • λήψη νερού
  • διανομή νερού · παροχή νερού · πηγή νερού · πρόσληψη νερού · υδροδότηση · ύδρευση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη