Μετάφραση του "zapalgailu" σε Ελληνικά

Το οδοστρωτήρας είναι η μετάφραση του "zapalgailu" σε Ελληνικά.

zapalgailu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδοστρωτήρας

    noun masculine

    Zapalgailu bezala iritsi zinen.

    Ήρθες εδώ σαν οδοστρωτήρας...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zapalgailu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "zapalgailu"

Φράσεις παρόμοιες με "zapalgailu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλατυποδία
  • καταπίεση
  • αναστατώνω · κλοτσώ · πατάω · σπρώχνω · συμπιέζω · σφίγγω
  • καταπίεση
  • καταπίεση
  • δικτάτορας · δυνάστης · καταπιεστής · σατράπης · τύραννος
  • συντριβή · σύγκρουση · σύνθλιψη
  • αναστατώνω · κλοτσώ · πατάω · σπρώχνω · συμπιέζω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zapalgailu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη