Μετάφραση του "1" σε Ελληνικά
Οι ένα, μονάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "1" σε Ελληνικά.
1
-
ένα
noun neuterJäsenvaltioiden on toteutettava ohjelma viimeistään 1 päivänä tammikuuta 1982.
Τα Κράτη Μέλη εφαρμόζουν ένα πρόγραμμα από την 1η Ιανουαρίου 1982 το αργότερο.
-
μονάδα
noun femininePankille 1 jaettava määrä tällä marginaaliswap-pisteellä on esimerkiksi
Η κατανομή στην Τράπεζα 1 στις οριακές διαφορικές μονάδες ανταλλαγής είναι π.χ.:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " 1 " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "1" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
1-προπανόλη
-
1-χλωροβουτάνιο
-
Νευροϊνωμάτωση
-
Επίπεδο μετάδοσης 1
-
Μάιος 1 · Πρωτομαγιά
-
1-βρωμοβουτάνιο
-
Χλωραιθάνιο
-
1ος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη