Μετάφραση του "Fe" σε Ελληνικά

Οι σίδερο, σίδηρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fe" σε Ελληνικά.

Fe
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σίδερο

    noun neuter
  • σίδηρος

    noun masculine

    Hyväksyttyjen kelaatinmuodostajien kelatoima kokonaisrauta (Fe) voidaan ilmoittaa.

    Προαιρετικά: Ολικός σίδηρος (Fe) που συμπλοκοποιείται με εγκεκριμένα χηλικά αντιδραστήρια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη