Μετάφραση του "Istuin" σε Ελληνικά
Οι κάθισμα, κάθισμα, έδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Istuin" σε Ελληνικά.
-
κάθισμα
NounIstuin on suunniteltava siten, että kuljettajaan siirtyvä tärinä vaimentuu alimmalle kohtuullisesti saavutettavalle tasolle
Το κάθισμα πρέπει να έχει σχεδιαστεί κατά τρόπον ώστε να περιορίζονται, όσο είναι εφικτό, οι κραδασμοί που μεταδίδονται στον οδηγό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Istuin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(Tavallisesti puusta, metallista tai muovista tehty) esine, jossa on vaakatasoinen osa, jolla ihmiset voivat tai niiden on tarkoitus istua.
-
κάθισμα
noun neuterTermillä ”istuin” tarkoitetaan sekä yksittäistä istuinta että yhdistelmäistuinta.
Ο όρος «κάθισμα» καλύπτει τόσο το ατομικό κάθισμα όσο και πάγκο καθισμάτων.
-
έδρα
ουσιαστικό feminineKuka istuu Korkeimmassa oikeudessa ja käyttää eniten valtaa?
Ποιος κατέχει την έδρα στο ανώτατο δικαστήριό σας με την περισσότερη δύναμη;
-
καρέκλα
noun feminineKuulin, ettei hän ole voinut istua kunnolla viikkoihin.
Έμαθα ότι έχει να κάτσει σε καρέκλα για εβδομάδες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θρόνος
- θώκος
Φράσεις παρόμοιες με "Istuin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποχωρητήριο · λεκάνη · τουαλέτα
-
Αγία Έδρα · Βατικανό · Κράτος της Πόλης του Βατικανού
-
αρμόζω · εκτίνω · εκτίω · κάθομαι
-
κάθισμα αυτοκινήτου
-
κουρνιάζω
-
ιππεύω · καβαλάω · καβαλικεύω