Μετάφραση του "Kolikko" σε Ελληνικά

Οι Νόμισμα, νόμισμα, κέρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kolikko" σε Ελληνικά.

Kolikko
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νόμισμα

    κομμάτι σκληρού συνήθως υλικού με τυποποιημένες διαστάσεις που χρησιμοποιείται ως χρήμα

    Kolikot, joita lyödään vähän, ovat hyvin kysyttyjä rahankeräilijöiden keskuudessa.

    Τα νομίσματα που εκδίδονται σε μικρές ποσότητες είναι περιζήτητα από τους συλλέκτες κερμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kolikko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kolikko noun γραμματική

Maksuväline, joka on tavallisesti metallinen ja kiekon muotoinen, mutta toisinaan sen reuna on monikulmio tai sen keskellä on reikä.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμισμα

    noun neuter

    Αντικείμενο που χρησιμεύει στην πληρωμή, συνήθως μεταλλικό, δισκοειδές αλλά μερικές φορές πολυγωνικό, ή ακόμα με μια τρύπα στη μέση.

    Anna minun laittaa kaksi kolikkoa hänen silmiinsä Kharonille.

    Άσε με να βάλω νομίσματα στα μάτια του για το βαρκάρη.

  • κέρμα

    noun neuter

    Αντικείμενο που χρησιμεύει στην πληρωμή, συνήθως μεταλλικό, δισκοειδές αλλά μερικές φορές πολυγωνικό, ή ακόμα με μια τρύπα στη μέση.

    Hän otti kolikon taskustaan.

    Έβγαλε ένα κέρμα από την τσέπη του.

Εικόνες με "Kolikko"

Φράσεις παρόμοιες με "Kolikko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kolikko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη