Μετάφραση του "Lisenssi" σε Ελληνικά

Οι άδεια, άδεια, άδεια χρήσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lisenssi" σε Ελληνικά.

Lisenssi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun adjective

    Lisenssi voi perustua yksinoikeuteen, tai se voi olla yleinen.

    Μια άδεια μπορεί να είναι αποκλειστική ή μη αποκλειστική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lisenssi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lisenssi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun feminine

    Jos potentiaalinen avoimen lisenssin lisenssinsaaja sitä pyytää, kyseinen lisenssi astuu voimaan välittömästi.

    Κατόπιν αιτήσεων του μελλοντικού δικαιοδόχου στο πλαίσιο της ανοικτής άδειας εκμετάλλευσης, η άδεια τίθεται αμέσως σε ισχύ.

  • άδεια χρήσης

    Περιγραφή των συνθηκών άδειας χρήσης με βάση της οποίας χρησιμοποιείται ένας πόρος

    Sen lisäksi, että yhteisö lupaa myöntää asiakkaalle lisenssin, se saattaa myös luvata luovuttaa muita tuotteita tai palveluja asiakkaalle.

    Πέραν της υπόσχεσης να παραχωρήσει άδεια χρήσης σε πελάτη, η οικονομική οντότητα δύναται επίσης να υποσχεθεί τη μεταβίβαση άλλων αγαθών ή υπηρεσιών στον πελάτη.

Φράσεις παρόμοιες με "Lisenssi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lisenssi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη