Μετάφραση του "Monopoli" σε Ελληνικά

Οι Μονοπώλιο, μονοπώλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Monopoli" σε Ελληνικά.

Monopoli

Monopoli (peli)

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μονοπώλιο

    markkinatilanne, jossa markkinoilla on vain yksi tietyn palvelun tai tuotteen tarjoaja

    Monopolin myöntämä tuki on toimintatukea, joka ei muutoin ole valtiontukisääntöjen mukaisesti sallittua.

    Οι ενισχύσεις που χορηγούνται από το Μονοπώλιο είναι ενισχύσεις λειτουργίας, οι οποίες διαφορετικά δεν επιτρέπονται από τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Monopoli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

monopoli noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονοπώλιο

    noun neuter

    Rahapelien lieveilmiöitä on myös helpompi torjua niissä maissa, joissa valtiolla on monopoli.

    Οι παρενέργειες των τυχερών παιχνιδιών είναι επίσης ευκολότερο να αποτραπούν σε χώρες όπου το κράτος κατέχει μονοπώλιο.

Φράσεις παρόμοιες με "Monopoli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Monopoli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη