Μετάφραση του "Munkki" σε Ελληνικά

Οι Μοναχός, μοναχός, καλόγερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Munkki" σε Ελληνικά.

Munkki

Munkki (uskonto)

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

    Munkki (uskonto)

    Munkki joka heidät vihki, ohjaa heidän kohtaloaan.

    Ο μοναχός που τους παντρεύει θα ορισει τη μοιρα τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Munkki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

munkki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχός

    noun masculine

    θρησκευτική ενασχόληση

    Isä näki kuulemma enkelin, ja siksi hän ryhtyi munkiksi.

    Λένε ότι ο ιερέας είδε έναν άγγελο, κι έτσι έγινε μοναχός.

  • καλόγερος

    noun masculine

    Nerys, hän oli munkki ja puhui luottamuksellisesti Vedekilleen.

    Νερύς, ήταν ένας καλόγερος που μιλούσε εμπιστευτικά με το Βέντεκ του.

  • τύχη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πεπόνια
    • ιερομόναχος
    • καλόγηρος
    • λουκουμάς

Εικόνες με "Munkki"

Φράσεις παρόμοιες με "Munkki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασκητικός · καλογερικός · μοναστικός · μοναχικός
  • Μπίκου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Munkki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη