Μετάφραση του "NL" σε Ελληνικά

Οι ΕΣΣΔ, Nl είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "NL" σε Ελληνικά.

NL abbreviation
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ΕΣΣΔ

    proper feminine

    NL: n ja Kuuban välillä on kirjallinen sopimus, joka meidän on nähtävä.

    Υπάρχει γραπτή συμφωνία ΕΣΣΔ και Κούβας που πρέπει να δούμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " NL " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nl
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Nl

    NL: Korkeakoulututkinto ja ammatillinen pätevyys sekä alan kolmivuotinen kokemus.

    NL: Πτυχίο πανεπιστημίου, επαγγελματικοί τίτλοι και τριετής επαγγελματική πείρα στον τομέα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "NL" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη