Μετάφραση του "Piirakka" σε Ελληνικά

Οι πίτα, πίτα, τάρτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Piirakka" σε Ελληνικά.

Piirakka
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίτα

    noun

    Piirakka on kuulemma mahtavaa.

    'κουσα ότι η πίτα από μυρτιλός είναι κάτι το εξωπραγματικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Piirakka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

piirakka noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίτα

    noun feminine

    1|makea tai suolainen täytetty leivonnainen, jossa on taikinasta valmistettu kuori

    Valitettavasti piirakka, joka sinun piti viedä, ei ole vielä valmis.

    Συγγνώμη, αλλά η πίτα που θα παρέδιδες δεν είναι έτοιμη.

  • τάρτα

    noun

    En tiedä sisäisestä rauhasta, mutta minä haluan piirakkaa.

    Δεν ξέρω τι λέτε, αλλά εγώ θέλω ένα κομμάτι από την τάρτα.

  • γλύκισμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιροσκί
    • μπουρέκι

Φράσεις παρόμοιες με "Piirakka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Piirakka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη