Μετάφραση του "Wc" σε Ελληνικά

Οι wc, τουαλέτα, αποχωρητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wc" σε Ελληνικά.

Wc
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • wc

    εντολή των Unix-οειδών λειτουργικών συστημάτων

    Wc,En on kustannuspaino tietyn ottokohdan tai ottokohtien ryppään osalta;

    Wc,En είναι ο σταθμιστικός συντελεστής του κόστους για δεδομένο σημείο εισόδου ή δέσμη σημείων εισόδου·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

WC noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Lentokoneen on oltava paineistettu, ja siinä on oltava WC.

    Τα αεροσκάφη πρέπει να διαθέτουν θάλαμο υπό ελεγχόμενη πίεση και με τουαλέτα.

  • αποχωρητήριο

    noun neuter

    Lentokoneen on oltava paineistettu ja siinä on oltava WC.

    Το αεροσκάφος πρέπει να διαθέτει θάλαμο υπό πίεση και αποχωρητήριο.

  • απόπατος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφοδευτήριο
    • καμπινές
    • βεσέ
    • λεκάνη τουαλέτας
    • μέρος

Εικόνες με "Wc"

Φράσεις παρόμοιες με "Wc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποχωρητήριο · λεκάνη · τουαλέτα
  • αποχωρητήριο · λεκάνη · τουαλέτα
  • πιγκάλ
  • κωλόχαρτο · χαρτί τουαλέτας · χαρτί υγείας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη