Μετάφραση του "afasia" σε Ελληνικά

Οι αφασία, Αφασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afasia" σε Ελληνικά.

afasia noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφασία

    noun feminine

    1|aivojen toimintahäiriöstä johtuva kyvyttömyys ymmärtää ja/tai tuottaa puhetta

    35-vuotias valkoihoinen mies, akuutti afasin puhkeaminen, ei jälkiä traumasta.

    Ένας 35χρονος λευκός άντρας, με αφασία, κανένα ιστορικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afasia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Afasia
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αφασία

    35-vuotias valkoihoinen mies, akuutti afasin puhkeaminen, ei jälkiä traumasta.

    Ένας 35χρονος λευκός άντρας, με αφασία, κανένα ιστορικό.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afasia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη