Μετάφραση του "ahdinko" σε Ελληνικά

Οι δίλημμα, έκτακτη ανάγκη, ανάγκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ahdinko" σε Ελληνικά.

ahdinko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίλημμα

    noun
  • έκτακτη ανάγκη

    noun feminine
  • ανάγκη

    noun feminine

    Tärkeintä tällä hetkellä ei ole velvoitteiden tunnustaminen vaan sellaisen ratkaisun löytäminen, jolla pakolaisten ahdinko saadaan vihdoinkin loppumaan.

    Σημασία αυτή τη στιγμή δεν έχει η αναγνώριση των ευθυνών αλλά η ανάγκη για την εξεύρεση λύσης που θα θέσει τέλος στο πρόβλημα των προσφύγων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δυσκολία
    • δυσχέρεια
    • στενοχώρια
    • στενό
    • στρίμωγμα
    • συντριβή
    • τρομερή δυσχέρεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ahdinko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ahdinko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη