Μετάφραση του "ahkera" σε Ελληνικά

Οι επιμελής, εργατικός, φιλόπονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ahkera" σε Ελληνικά.

ahkera adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμελής

    adjective masculine

    Hän on mielestäni ollut esimerkillinen toveri ja esimerkillinen kollega, ahkera, suora ja työlleen omistautunut.

    Ήταν κατά τη γνώμη μου υποδειγματική σύντροφος και συνάδελφος, επιμελής, ειλικρινής και αφοσιωμένη.

  • εργατικός

    adjective masculine

    Hän oli paitsi ”ahkera, tarkka” ja ”hyvin organisoitunut” talousasioissa myös ”herkkä, pikkutarkka ja täynnä itseään”.

    Μολονότι «εργατικός, ακριβής» και «μεθοδικός» σε οικονομικό επίπεδο, ο Ρ. ήταν παράλληλα «ευαίσθητος, υπέρμετρα σχολαστικός και επηρμένος».

  • φιλόπονος

    adjective

    Kiinalaiset ovat ahkeria ihmisiä, ja pidän heistä kovasti.

    Οι Κινέζοι είναι φιλόπονος λαός και τους συμπαθώ πάρα πολύ.

  • ενδελεχής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ahkera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ahkera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη