Μετάφραση του "alainen" σε Ελληνικά
Οι υποδεέστερος, υφιστάμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alainen" σε Ελληνικά.
alainen
adjective
noun
γραμματική
-
υποδεέστερος
adjective -
υφιστάμενος
nounSe voi olla jo olemassa oleva elin, jolla on talousarvion toteuttamiseen liittyviä valtuuksia ja joka on poliittisen valvonnan alainen.
Μπορεί να είναι υφιστάμενος φορέας με δημοσιονομικές εκτελεστικές αρμοδιότητες που υπέχει πολιτική ευθύνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alainen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "alainen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηχεία πλήρους εύρους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη