Μετάφραση του "alati" σε Ελληνικά

Οι πάντα, πάντοτε, διαρκώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alati" σε Ελληνικά.

alati adverb
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάντα

    adverb

    On uutta tekniikkaa vaativia uusia palveluita, mutta myös uudet, alati lisääntyvät lähetyskanavat mullistavat toimintaa.

    Νέες υπηρεσίες οι οποίες απαιτούν νέες τεχνικές, αλλά και η αύξηση των νέων εκπομπών, ανατρέπουν τα πάντα.

  • πάντοτε

    adverb

    Rakastamme sinua, tuemme sinua ja rukoilemme alati puolestasi.

    Σε αγαπάμε, σε υποστηρίζουμε και πάντοτε προσευχόμαστε για σένα.

  • διαρκώς

    adverb

    Vastaisin, että me elämme alati leviävän pahuuden aikaa.

    Θα μπορούσα να απαντήσω ότι ζούμε σε μία εποχή που διαρκώς εξαπλώνεται το κακό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ολοένα
    • αδιάκοπα
    • ακατάπαυστα
    • ανέκαθεν
    • ανελλειπώς
    • ανεξαιρέτως
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη