Μετάφραση του "alennus" σε Ελληνικά

Οι έκπτωση, αναγωγή, μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alennus" σε Ελληνικά.

alennus noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκπτωση

    noun feminine

    Rahdinantajan saama alennus ei ole lakisääteinen, sillä missään sopimuksessa ei määrätä sen maksamisesta.

    Η έκπτωση δεν αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του φορτωτή, εφόσον η καταβολή της δεν καλύπτεται από καμία σύμβαση.

  • αναγωγή

    noun feminine
  • μείωση

    noun feminine

    Kokonaisarvon alennus lasketaan avoimien saamisten määrän perusteella vuoden lopussa.

    Αυτή η συνολική μείωση αξίας υπολογίζεται επί του ποσού των απαιτήσεων που άνοιξαν κατά τα τέλη του έτους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προεξόφληση
    • εξευτελισμός
    • ταπείνωση
    • υποβίβαση
    • υποβιβασμός
    • ύφεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alennus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "alennus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alennus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη