Μετάφραση του "alentuminen" σε Ελληνικά
Οι καταδεκτικότητα, μείωση, συγκαταβατικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alentuminen" σε Ελληνικά.
alentuminen
noun
verb
γραμματική
-
καταδεκτικότητα
noun feminine -
μείωση
noun feminineJos arvon alentuminen voidaan osoittaa, omaisuuserät kirjataan alempaan kerrytettävissä olevaan rahamäärään.
Αν υπάρχουν ενδείξεις απομείωσης αξίας απαιτείται μείωση στο χαμηλότερο εισπρακτέο ποσό.
-
συγκαταβατικότητα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alentuminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη