Μετάφραση του "alkupala" σε Ελληνικά

Το ορεκτικό είναι η μετάφραση του "alkupala" σε Ελληνικά.

alkupala noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορεκτικό

    noun neuter

    Kypsentäkää se sillä aikaa, kun nautin pikkuisen alkupalaksi.

    Θα τη μαγειρέψω όσο θα τρώω τη μικρή για ορεκτικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alkupala " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alkupala" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη