Μετάφραση του "alkupala" σε Ελληνικά
Το ορεκτικό είναι η μετάφραση του "alkupala" σε Ελληνικά.
alkupala
noun
γραμματική
-
ορεκτικό
noun neuterKypsentäkää se sillä aikaa, kun nautin pikkuisen alkupalaksi.
Θα τη μαγειρέψω όσο θα τρώω τη μικρή για ορεκτικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alkupala " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη