Μετάφραση του "altistuminen" σε Ελληνικά
Οι έκθεση, ευπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "altistuminen" σε Ελληνικά.
altistuminen
noun
verb
γραμματική
-
έκθεση
noun feminineIlmansaasteille altistuminen on kuitenkin yleisempää, ja myrkyllisiä kemikaaleja tuotetaan enemmän. Lisäksi ilmenee uusia haasteita.
Πάντως, υπάρχει μεγαλύτερη έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση και μεγαλύτερη παραγωγή τοξικών χημικών ουσιών, και εμφανίζονται νέες προκλήσεις.
-
ευπάθεια
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " altistuminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "altistuminen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανθρώπινη έκθεση στους ρύπους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη