Μετάφραση του "ammoniakki" σε Ελληνικά
Οι αμμωνία, Αμμωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ammoniakki" σε Ελληνικά.
ammoniakki
noun
γραμματική
-
αμμωνία
noun feminineSaatu tisle testataan asianmukaisella reagenssilla, jotta varmistuttaisiin siitä, että kaikki ammoniakki on täysin tislaantunut.
Ελέγχεται με κατάλληλο αντιδραστήριο, μήπως το απόσταγμα που διέρχεται περιέχει ακόμη αμμωνία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ammoniakki " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ammoniakki
-
Αμμωνία
kemiallinen yhdiste
Ammoniakki, vedetön tai vesiliuoksena
Αμμωνία άνυδρη ή σε υδατικό διάλυμα (υγρή αμμωνία)
Εικόνες με "ammoniakki"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη