Μετάφραση του "ampuminen" σε Ελληνικά
Οι βολή, έναυση, πυροδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ampuminen" σε Ελληνικά.
ampuminen
noun
verb
γραμματική
-
βολή
noun feminineLampaiden ja vuohien ampuminen niskan suunnasta on sallittua, jos päälaen kautta ampuminen ei ole sarvien vuoksi mahdollista.
Για τα αιγοπρόβατα η μέθοδος αυτή επιτρέπεται όταν τα κέρατα καθιστούν αδύνατη τη βολή στο μέτωπο του ζώου.
-
έναυση
-
πυροδότηση
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τροφοδοσία πυράς
- ψήσιμο
- πυρά
- πυροβολισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ampuminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ampuminen
-
τυφεκισμός
μέθοδος εκτέλεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη