Μετάφραση του "ansiotulo" σε Ελληνικά

Οι μεροκάματο, μισθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ansiotulo" σε Ελληνικά.

ansiotulo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεροκάματο

    noun neuter
  • μισθός

    noun masculine

    Työeläkkeen määrä määräytyy työstä saadun ansiotulon ja työn keston nojalla.

    Τα στοιχεία από τα οποία εξαρτάται το ύψος της συντάξεως των εργαζομένων είναι ο μισθός και η διάρκεια της εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ansiotulo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ansiotulo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έσοδα · κέρδη · μισθός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ansiotulo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη