Μετάφραση του "antoisa" σε Ελληνικά

Το καρποφόρος είναι η μετάφραση του "antoisa" σε Ελληνικά.

antoisa adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρποφόρος

    adjective masculine

    Kun käytämme näitä lähteitä tarkoituksenmukaisesti, ne auttavat meitä elämään antoisaa, ilon täyttämää elämää.

    Χρησιμοποιώντας σωστά αυτές τις πηγές θα μας βοηθήσει να ζήσουμε μια καρποφόρα, γεμάτη χαρά ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antoisa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antoisa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη