Μετάφραση του "apu-" σε Ελληνικά

Το βοηθητικός είναι η μετάφραση του "apu-" σε Ελληνικά.

apu- Prefix
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθητικός

    adjective masculine

    Järjestelmän hallinnoinnissa turvaudutaan hankkeiden seurantaan erikoistuneiden ulkopuolisten asiantuntijoiden apuun.

    Κατά τη διαχείριση του προγράμματος, γίνεται προσφυγή σε εξωτερικούς βοηθητικούς φορείς ειδικευμένους στην παρακολούθηση σχεδίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apu- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apu-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • apu
    αρωγή · βοήθεια · βοήθημα · βοηθητικός · βοηθός · διευκόλυνση · επίκουρος · επικουρία · με · προσφορά · συμβολή · συμπαράσταση · συνδρομή · υπηρεσία · υπηρεσίες · χέρι · χείρα βοηθείας
  • υγειονομική βοήθεια
  • ανθρωπιστική βοήθεια
  • χρηματοπιστωτική βοήθεια
  • βοήθεια εις είδος
  • πολυμερής βοήθεια
  • διεθνής βοήθεια · διεθνής βοήθεια (υποστήριξη)
  • διμερής βοήθεια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apu-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη