Μετάφραση του "aseistus" σε Ελληνικά
Οι οπλισμός, εξοπλισμός, εξοπλισμοί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aseistus" σε Ελληνικά.
aseistus
noun
γραμματική
-
οπλισμός
noun masculineAseistus on hyödytön ilman sirua.
Ο οπλισμός είναι άχρηστος αν δεν υπάρχει το τσίπ.
-
εξοπλισμός
noun masculineAseistus koostuu neljästä lasertykistä ja 39 kobolttiydinkärjestä, jotka liikkuvat magneettisesti.
Ο εξοπλισμός τους αποτελείται από τέσσερα κανόνια λέιζερ και 39 πυρηνικές κεφαλές κοβαλτίου με μαγνητική πρόωση.
-
εξοπλισμοί
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aseistus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη