Μετάφραση του "asennoituminen" σε Ελληνικά

Οι στάση, παράστημα, τοποθέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asennoituminen" σε Ελληνικά.

asennoituminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στάση

    noun feminine

    On saatava aikaan myönteinen yleinen asennoituminen yrittäjyyttä kohtaan.

    Είναι απαραίτητο να διαμορφωθεί μια θετική στάση του κοινού έναντι της επιχειρηματικότητας.

  • παράστημα

  • τοποθέτηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asennoituminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asennoituminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη