Μετάφραση του "asetus" σε Ελληνικά

Οι κανονισμός, διάταγμα, απόφαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asetus" σε Ελληνικά.

asetus noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονισμός

    noun masculine

    3|Euroopan parlamentin ja neuvoston antama, välittömästi sellaisemaan voimaan tuleva laki

    Tämä asetus tulee voimaan 1 päivänä tammikuuta 1973.

    Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1973.

  • διάταγμα

    noun neuter

    Nyt annettava asetus on soveltamisalaltaan sitä laajempi: sillä saatetaan voimaan myös muuta toimintaa kuin kalastusta koskevia pääsyrajoituksia.

    Το παρόν διάταγμα έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Επίσης ρυθμίζει τους περιορισμούς πρόσβασης για δραστηριότητες εκτός της αλιείας.

  • απόφαση

    noun feminine

    Komissiolle ilmoitettujen toimenpiteiden joukossa on muun muassa vuonna 2011 annettu asetus.

    Μεταξύ των πράξεων που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή συγκαταλέγεται η κανονιστική απόφαση του 2011.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρύθμιση
    • διάταξη
    • ψήφισμα
    • εκτελεστικό διάταγμα
    • θέσπιση
    • θέσπισμα
    • θεσμοθέτηση
    • υπουργική απόφαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asetus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asetus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asetus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη