Μετάφραση του "asiakaskunta" σε Ελληνικά

Οι πελατεία, αγορά, πατρονάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asiakaskunta" σε Ελληνικά.

asiakaskunta noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πελατεία

    noun feminine

    Näiden terminaalien asiakaskunta koostuu suurista vähittäismyynnin jakeluketjuista ja kevyen polttoöljyn jakeluyrityksistä.

    Η πελατεία των αποθηκών αυτών αποτελείται από μεγάλα ονόματα της χονδρικής διανομής και από επιχειρήσεις διανομής πετρελαίου θέρμανσης.

  • αγορά

    noun feminine

    Kanneperusteen kolmas osa, joka koskee maantieteellisten markkinoiden ja asiakaskunnan jakamista

    Επί του τρίτου σκέλους που αφορά την κατανομή των γεωγραφικών αγορών και της πελατείας

  • πατρονάρισμα

    noun neuter
  • συναλλαγή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asiakaskunta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asiakaskunta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη