Μετάφραση του "auktoriteetti" σε Ελληνικά
Οι αρχή, εξουσία, αυθεντία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auktoriteetti" σε Ελληνικά.
-
αρχή
noun feminineOn kuitenkin muistettava, että Euroopan yhteisöjen tuomioistuin on korkein auktoriteetti yhteisön oikeutta koskevissa kysymyksissä.
Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο είναι η ανωτάτη αρχή επί θεμάτων κοινοτικού δικαίου.
-
εξουσία
noun feminineHeidän on vaikeampi hyväksyä auktoriteettianne, kun autan teitä.
Εχθρούς που ίσως να μην αποδεχτούν την εξουσία σου αν με δουν δίπλα σου να σου δίνω συμβουλές.
-
αυθεντία
noun feminineSekä katolilaiset että protestantit pitivät sitä auktoriteettina noituutta koskevissa kysymyksissä.
Καθολικοί και Προτεστάντες το αποδέχτηκαν ως αυθεντία περί μαγείας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άρχοντας
- πηγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " auktoriteetti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Εξουσία
Heidän on vaikeampi hyväksyä auktoriteettianne, kun autan teitä.
Εχθρούς που ίσως να μην αποδεχτούν την εξουσία σου αν με δουν δίπλα σου να σου δίνω συμβουλές.
Φράσεις παρόμοιες με "auktoriteetti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προσφυγή στην αυθεντία