Μετάφραση του "auringonvalo" σε Ελληνικά

Οι ήλιος, ηλιόφως, λιακάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auringonvalo" σε Ελληνικά.

auringonvalo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ήλιος

    noun masculine

    Kun auringonvalo osuu peiliin, se kohdistuu Pyhän ruusun aukkoon.

    Όταν ο ήλιος χτυπήσει αυτό το κάτοπτρο, συγκεντρώνει το φως μεσα σ'αυτό το άνοιγμα πάνω στο Άγιο ρόδο.

  • ηλιόφως

    noun

    Koska täällä ei ole auringonvaloa, täällä ei tapahdu yhteyttämistä.

    Εφόσον δεν υπάρχει ηλιόφως εδώ κάτω δεν υπάρχει και φωτοσύνθεση.

  • λιακάδα

    noun

    Sinulla näyttäisi olleen - ruokaa, suojaa ja auringonvaloa.

    Φαίνεται ότι είχες... Φαγητό, καταφύγιο, λιακάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auringonvalo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auringonvalo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη