Μετάφραση του "autofellaatio" σε Ελληνικά

Το αυτοπεολειξία είναι η μετάφραση του "autofellaatio" σε Ελληνικά.

autofellaatio
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοπεολειξία

    noun feminine

    1|itsetyydytyksen muoto, jossa mies pystyy stimuloimaan suullaan omaa siitintään

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autofellaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autofellaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη