Μετάφραση του "avioliitto" σε Ελληνικά
Οι γάμος, παντρειά, ζευγάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avioliitto" σε Ελληνικά.
Liitto kaksi henkilöä (yleensä mies ja nainen), joka sisältää oikeudellisia velvoitteita ja on tarkoitus kestää koko eliniän.
-
γάμος
noun masculineLiitto kaksi henkilöä (yleensä mies ja nainen), joka sisältää oikeudellisia velvoitteita ja on tarkoitus kestää koko eliniän.
Komission ehdotuksesta ei käy ilmi, kuuluvatko avioliiton ja avioeron uudet muodot asetuksen soveltamisalaan.
Από το σχέδιο της Επιτροπής δεν διαφαίνεται εάν ο κανονισμός καλύπτει νέες μορφές γάμου ή διαζυγίου.
-
παντρειά
nounHän oli hyvin harras eikä ollut mahdollista, - että hän olisi maannut kanssani ennen avioliittoa.
Σας είπα, ήταν πολύ αφοσιωμένος, και δεν υπήρχε τρόπος να κοιμηθεί μαζί μου χωρίς παντρειά.
-
ζευγάρι
noun neuterMitä siis avioliiton pelastamiseksi on tehtävissä, joko yksin tai yhdessä?
Τι μπορείτε να κάνετε λοιπόν—είτε ως άτομο είτε ως ζευγάρι—για να σώσετε το γάμο σας;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοινωνία γάμου
- σύζευξη
- Γάμος
- γαμήλιο δείπνο
- μνηστεία
- παντρεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avioliitto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avioliitto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προξενήτρα
-
γαμήλιος · συζυγικός
-
δίκαιο γαμικών σχέσεων
-
επιγαμία · μεικτός γάμος
-
γάμος
-
έγγαμος
-
Μοργανατικός γάμος
-
οικογένεια εξ αγχιστείας