Μετάφραση του "avoin" σε Ελληνικά

Οι ανοιχτός, ελεύθερος, ανεμπόδιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avoin" σε Ελληνικά.

avoin adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοιχτός

    adjective masculine

    Juttu on yhä avoin, ja minulla on kysymyksiä.

    Ο φάκελος παραμένει ανοιχτός κι εγώ έχω ερωτήματα.

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    Toivoisin, että voit puhua minulle ja olla avoin.

    Και θέλω να νιώσεις ελεύθερος να μου μιλήσεις.

  • ανεμπόδιστος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απροκάλυπτος
    • έντιμος
    • ανοιχτή
    • εκδηλωτικός
    • ευθύς
    • φαρδύς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avoin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avoin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avoin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη