Μετάφραση του "baarimikko" σε Ελληνικά
Το μπάρμαν είναι η μετάφραση του "baarimikko" σε Ελληνικά.
baarimikko
noun
γραμματική
-
μπάρμαν
noun masculineKuulin eilen, kun baarimikko kutsui meitä " alamaalaisiksi ".
Άκουσα τον μπάρμαν χθες βράδυ, να μας αποκαλεί " σάσεναχ ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baarimikko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη