Μετάφραση του "basisti" σε Ελληνικά

Το μπασίστας είναι η μετάφραση του "basisti" σε Ελληνικά.

basisti noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπασίστας

    noun

    henkilö, joka soittaa bassoa

    Ryhmässä oli kitaransoittaja ja basisti, kosketinsoittaja ja rummut.

    Και παρ'όλ'αυτά υπήρχε ένας κιθαρίστας στο συγκρότημα και ένας μπασίστας στο συγκρότημα, και πλήκτρα και ντραμς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basisti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basisti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη