Μετάφραση του "bentsoehappo" σε Ελληνικά

Οι βενζοϊκό οξύ, Βενζοϊκό οξύ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bentsoehappo" σε Ελληνικά.

bentsoehappo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βενζοϊκό οξύ

    Enimmäismäärää sovelletaan jos on käytetty myös seuraavia: E 210–213, bentsoehappo – bentsoaatit.

    ισχύει ανώτατο όριο εάν έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης τα E 210 – 213, βενζοϊκό οξύ – βενζοϊκά άλατα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bentsoehappo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bentsoehappo
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βενζοϊκό οξύ

    kemiallinen yhdiste

    Bentsoehapon suolat, muut kuin viitenumerossa 1 luetellut, ja bentsoehapon esterit

    Βενζοϊκό οξύ εκτός από αυτό που καταγράφεται στον αριθμό αναφοράς 1 και εστέρες βενζοϊκού οξέος

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bentsoehappo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη