Μετάφραση του "bikinit" σε Ελληνικά

Το μπικίνι είναι η μετάφραση του "bikinit" σε Ελληνικά.

bikinit noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπικίνι

    noun neuter

    Voisin vannoa, että jokin kyllä pullotti bikineiden alaosassa.

    Θα ορκιζόμουν ότι είδα ένα εξόγκωμα στο μπικίνι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bikinit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bikinit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη