Μετάφραση του "borssikeitto" σε Ελληνικά

Το μπορς είναι η μετάφραση του "borssikeitto" σε Ελληνικά.

borssikeitto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπορς

    noun neuter

    Lounaaksi syötiin laihaa keittoa, esimerkiksi borssikeittoa, ja yksinkertainen pääruoka.

    Το μεσημεριανό αποτελούνταν από νερουλό μπορς ή άλλη σούπα και ένα απλό κύριο πιάτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " borssikeitto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "borssikeitto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη