Μετάφραση του "bromi" σε Ελληνικά

Οι βρώμιο, βρόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bromi" σε Ελληνικά.

bromi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρώμιο

    noun neuter

    1|halogeeneihin kuuluva alkuaine, kemiallinen merkki Br. [..]

    Huomionarvoinen on myös maanpinnan alla esiintyvä rikki-, suola-, bromi- ja jodipitoinen vesi, jota käytetään myös kylpylätoiminnassa.

    Μια σημαντική πτυχή είναι η παρουσία στο υπέδαφος υδάτων πλούσιων σε θείο, αλάτι, βρώμιο και ιώδιο, τα οποία αξιοποιούνται και ως θερμές πηγές.

  • βρόμιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bromi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bromi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη