Μετάφραση του "datiivi" σε Ελληνικά

Οι δοτική, Δοτική, δοτική πτώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "datiivi" σε Ελληνικά.

datiivi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοτική

    adjective feminine
  • Δοτική

    sijamuoto, joka viittaa mille tai kenelle jokin kuuluu tai tehdään jotakin

  • δοτική πτώση

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " datiivi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "datiivi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη