Μετάφραση του "deduktio" σε Ελληνικά

Οι αναγωγή, παραγωγή, παραγωγικός λογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deduktio" σε Ελληνικά.

deduktio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγωγή

    noun feminine
  • παραγωγή

    ουσιαστικό θηλυκό
  • παραγωγικός λογισμός

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deduktio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deduktio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη