Μετάφραση του "differentioituminen" σε Ελληνικά

Οι διαφοροποίηση, αντιδιαστολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differentioituminen" σε Ελληνικά.

differentioituminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφοροποίηση

    noun feminine
  • αντιδιαστολή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " differentioituminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "differentioituminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη