Μετάφραση του "diodi" σε Ελληνικά

Οι δίοδος, Δίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diodi" σε Ελληνικά.

diodi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίοδος

    noun masculine feminine

    εξάρτημα

    diodit, muut kuin valolle herkät diodit ja valodiodit

    Δίοδοι, άλλες από τις φωτοδιόδους και τις διόδους εκπομπής φωτός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diodi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Diodi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δίοδος

    Diodit, transistorit ja niiden kaltaiset puolijohdekomponentit; lukuun ottamatta kiekkoja, joita ei vielä ole leikattu puolijohdesiruiksi

    Δίοδοι, κρυσταλλολυχνίες και παρόμοιες διατάξεις με ημιαγωγό, εκτός από τις πλάκες που δεν έχουν κοπεί ακόμη σε τσιπ

Εικόνες με "diodi"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diodi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη