Μετάφραση του "donkkaus" σε Ελληνικά

Το κάρφωμα είναι η μετάφραση του "donkkaus" σε Ελληνικά.

donkkaus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάρφωμα

    neuter

    Pari syöttöä ja yksi donkkaus ei tarkoita, että osaisit pelata.

    Με ένα κάρφωμα δεν σημαίνει ότι ξέρεις να παίξεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " donkkaus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "donkkaus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη