Μετάφραση του "ecuador" σε Ελληνικά
Οι ισημερινός, Ισημερινός, Εκουαδόρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ecuador" σε Ελληνικά.
ecuador
-
ισημερινός
noun masculineEcuador keskeytti osallistumisensa alkuperäistä sopimusta koskeviin neuvotteluihin vuonna 2009.
Ο Ισημερινός αποσύρθηκε από τις διαπραγματεύσεις για την αρχική συμφωνία το 2009.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ecuador " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ecuador
proper
γραμματική
-
Ισημερινός
noun masculineΙσημερινός (χώρα) [..]
Bolivia, Kolumbia, Ecuador, Peru ja Venezuela.
Βενεζουέλα, Βολιβία, Ισημερινός, Κολομβία, Περού.
-
Εκουαδόρ
noun neuterHätätilan julistaminen ja tilanteen vakavuus Ecuadorissa.
Κήρυξη κατάστασης ανάγκης και σοβαρή κατάσταση στο Εκουαδόρ.
-
Δημοκρατία του Ισημερινού
noun
Εικόνες με "ecuador"
Φράσεις παρόμοιες με "ecuador" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δημοκρατία του Ισημερινού · Εκουαδόρ · Ισημερινός
-
Σημαία του Ισημερινού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη